Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Kοινωνία σε… καταστολή

 
"Yπάρχει ένας µύθος: ότι συνήθως οι άνθρωποι παίρνουν ναρκωτικά επειδή παρασύρονται ή βρίσκονται σε αδιέξοδο ή έχουν οικογενειακά προβλήµατα. Η εµπειρία όµως µας δείχνει ότι η χρήση στην πρώτη της φάση είναι µια ενεργητική κίνηση. Δηλαδή ο άνθρωπος κάτι ψάχνει µέσα από τα ναρκωτικά, κάποιο νόηµα βρίσκει", είχε αναφέρει σε µια συνέντευξή του ο Ηλίας Λυκούδης, και υπεύθυνος της θεραπευτικής Κοινότητας Νόστος του ΚΕΘΕΑ για 15 χρόνια, όπως και του ανοιχτού θεραπευτικού προγράµµατος εφήβων Πειραιά Εξάντας, κλονίζοντας µε αυτόν τον τρόπο τη µέχρι σήµερα διαδοµένη ερµηνεία για τα αίτια της τοξικοεξάρτησης.
Για το βιβλίο του «Η Δύναμη του Μυρμηγκιού» , Εκδ. Ερευνητές/ΚΕΘΕΑ

------
Μια οικογένεια, όταν έχει κάποιο πρόβλημα, προσπαθεί να το κρύψει και μ αυτό το γεγονός συνήθως.. το γιγαντώνει.

1987. Ένας συμμαθητής μου από το Δημοτικό, ήταν πεσμένος στην λεωφόρο, ένα δρόμο μετά απ’ το σπίτι μου, στο πεζοδρόμιο μπροστά από ένα τυροπιτάδικο. Σαν πρεζάκι που έχει πάρει υπερβολική δόση φαινόταν, γιατί ήταν σε ημι-κοματώδη κατάσταση, με ανοιχτά τα μάτια, αλλά χαμένα να κοιτάνε και να μην κοιτάνε…
Έπεσα κάτω, τον σήκωσα όσο μπορούσα, και ακούμπησα το κεφάλι του στο τζάμι του μαγαζιού, τον έπιασα από τους ώμους, κι άρχισα να λέω το όνομά του, Νίκο, είμαι η Ελένη, η Ελένη, επαναλάμβανα, γιατί πέθαινε, και ήθελα να με καταλάβει, να νιώσει ότι έστω κάποιος φίλος του είναι δίπλα του αυτές τις… τελευταίες στιγμές και δεν θα φύγει… σαν αδέσποτο σκυλί. Εκείνος όμως δεν με αναγνώριζε, δεν έκανε ούτε ένα νεύμα…
Ξύπνησα σε άσχημη κατάσταση από την αγωνία, την αδικία και την πίκρα. Σηκώθηκα και έφυγα για τη δουλειά. Ήταν χειμώνας, και ήμασταν τότε μόλις 22 χρονών.
Μόλις πήγα στο γραφείο του ψυχολόγου που δούλευα τότε, ο οποίος θυμάμαι ήταν ειδικευμένος στα ψυχοσωματικά και ειδικά στον καρκίνο, αμέσως μόλις κατάφερα να βρω ησυχία, σήκωσα το ακουστικό και τον πήρα τηλέφωνο γιατί είχα πολλούς μήνες να πάρω νέα του. Γεια, τι κάνεις, είσαι καλά; τον ρωτάω με τη σειρά. Μια χαρά μου απαντάει. Ηρέμησα.
Πέρασαν δύο μήνες, και εκεί που περπατούσα ένα απόγευμα έξω ακριβώς από τα τυροπιτάδικο που είχα δει σε εκείνο το όνειρο, συναντώ έναν κοινό γνωστό μας από το σχολείο, που είχα να τον δω χρόνια. γεια, τι κάνεις κλπ. Στη συνέχεια με ρωτάει: Τά ‘μαθες; και σκάει γέλιο φωναχτό. Τι να μάθω; Του λέω. Ο Νίκος, μου λέει, τρυπιέται! Και ξανασκάει γέλιο ειρωνικό αυτή τη φορά. Όχι δεν ξέρω τίποτα του λέω και γυρίζω απότομα και φεύγω.
Θορυβήθηκα. Θύμωσα με τον κοινό γνωστό μας για τον τρόπο του αλλά και ανησύχησα για τον φίλο μου. Έπρεπε οπωσδήποτε να κάνω κάτι για να μη γίνει ο εφιάλτης πραγματικότητα.
Δεν ήξερα τίποτα για ναρκωτικά, για την ακρίβεια ήμουν παντελώς άσχετη. Δεν υπήρχε περίπτωση να ασχοληθώ ποτέ. Είχα μια προσωπικότητα σχεδόν ψυχαναγκαστική με τον έλεγχο της ζωής μου. Δεν υπήρχε περίπτωση να ναρκωθώ. Δεν είχα μεθύσει ποτέ στη ζωή μου, ούτε έχω. Είχα δει όμως, μια τρομακτική εκπομπή στην τηλεόραση που ένας ηλικιωμένος με ανατριχιαστική προφορά υπόκοσμου, σούρνωντας τις λέξεις μία μία -για να μας το βάλει μάλλον καλά στο μυαλό αυτό που ξεστόμιζε!- έλεγε, δεν γλυ-τω-νει κα-νιείς (και το νιεις, μάλιστα το έσουρνε περισσότερο).
Σηκώθηκε η τρίχα μου που το ξαναθυμήκα. Θυμήθηκα, επίσης, ότι σε εκείνη την εκπομπή, έλεγαν για μία νεοσυσταθείσα θεραπευτική κοινότητα που είχε γίνει στη Θεσσαλονίκη και την έλεγαν Ιθάκη. Έτσι αποφάσισα και πήρα το 131 και έμαθα το τηλέφωνο. Με παρέπεμψαν στα γραφεία της Αθήνας, Βαλτετσίου 60. Έκλεισα ραντεβού και πήγα. Τους είπα ότι έχω ένα φίλο που μάλλον παίρνει ναρκωτικά και θέλω να τον βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω πώς, γι αυτό πήγα να τους βρω, γιατί δεν θέλω να αυτοσχεδιάσω από άγνοια για ένα τέτοιο θέμα, αφού με αυτοσχεδιασμούς και τσαπατσουλιάσματα, ενδέχεται να τα κάνω χειρότερα.
Με κοίταξε η κοπέλα που δούλευε στο κέντρο ενημέρωσης του ΚΕΘΕΑ με κατανόηση θα έλεγα, και μου είπε «Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον βοηθήσεις».
Έμεινα αποσβολωμένη.
Μόνο η οικογένειά του μπορεί να τον βοηθήσει, αν έρθει εδώ, στις ομάδες οικογένειας να ενημερωθεί, πρόσθεσε. Εσύ σαν φίλη του, το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να του πεις, ότι αυτό που κάνει, η συγκεκριμένη του συνήθεια, και όχι ο ίδιος, είναι λάθος (εφόσον έτσι πιστεύεις), και δεν σε βρίσκει σύμφωνη. Τίποτε άλλο…
Έφυγα ακόμα χειρότερα. Απογοητευμένη. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα για να τον βοηθήσεις… επαναλαμβανόταν στο μυαλό μου για να μπορέσω να χωνέψω… Ότι αυτό θα πει άνθρωπος... αυτό θα πει να έχει ο καθένας την ευθύνη για τη ζωή του.
Τώρα τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα.
Αποφάσισα να του μιλήσω. Του είπα πολλά, και κυρίως την αντίθεσή μου. Εκείνου, όμως, δεν ίδρωσε το αυτί του. Μου είπε μάλιστα… να προσέχω εγώ τον εαυτό μου. Δεν βγήκε τίποτα.

Το θέμα όμως ήταν πολύ σοβαρό. Έπρεπε τουλάχιστον να μιλήσω με τον αδελφό του.

Βγήκαμε και του είπα τι έμαθα από εκείνο τον κοινό γνωστό μας. Εκείνος έβαλε τα γέλια. Δεν το πίστεψε. Φύγαμε, και μετά έμαθα πως ούτε λίγο ούτε πολύ, όπως είπε σε μία φίλη μου να με προσέχει γιατί δεν ήμουνα καλά.

Έτσι πέρασαν και άλλοι δύο μήνες. Καλοκαίριασε, τέλος Αυγούστου και χτύπησε το τηλέφωνό μου. Είμαι ο αδελφός του Νίκου. Είχες δίκιο. Βρήκαν σε κώμα τον αδελφό μου. Μόλις που τον προλάβαμε να μην πεθάνει. Έχουμε τρελαθεί. Τι να κάνουμε;

Του είπα να πάει στην Βαλτετσίου, για να μπει στις ομάδες οικογένειας και αυτό έκανε. Μαζί του πήγαν και οι γονείς του.
Η μητέρα του είχε συγκινηθεί με το ενδιαφέρον μου και άρχισε να με παίρνει τηλέφωνο. Πήγαινα καμιά φορά και πίναμε καφέ και μιλάγαμε. Κάποιες φορές πήγα και εγώ μαζί τους στην ομάδα γονέων του ΚΕΘΕΑ.

Είχαν αρχίσει να μαθαίνουν μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερα για το τι σημαίνει χρήση ψυχότροπων.
Το κυριότερο όμως, ήταν, ότι είχαν γίνει πάλι οικογένεια. Συζητούσαν, αναρωτιόντουσαν, εξέφραζαν συναισθήματα, και μιλούσαν ανοιχτά γι’ αυτά που ήθελε ο καθένας από τον άλλον, διεκδικούσαν τον τρόπο να σχετίζονται.
Έκαναν κι άλλες σχέσεις, με γονείς που είχαν το ίδιο πρόβλημα, ή με εμένα.

Σαν να γίνονταν μέρα με τη μέρα πραγματικοί άνθρωποι…

Μέσα από όλα αυτά, βρέθηκα μια μέρα και εγώ σαν επισκέπτης, στην κοινότητα της Θεσσαλονίκης, την Ιθάκη.

Μπήκα στο μεγάλο καθιστικό και διάβασα μία επιγραφή που δέσποζε στον κεντρικό τοίχο πάνω από έναν τεράστιο καναπέ:
«Θεέ μου, βοήθησέ με να αλλάξω αυτά που μπορώ, να δεχτώ αυτά που δεν μπορώ να αλλάξω, και να μάθω στη ζωή μου να τα ξεχωρίζω» και άλλη μία που έγραφε «όταν κάποιος σε πει γάιδαρο βάλε τα γέλια, όταν σε πει, όμως, όλη η ομάδα, αγόρασε σαμάρι».

Έβλεπα τους συγγενείς και τους φίλους των θεραπευόμενων να αγκαλιάζονται και να μένουν για ώρα έτσι, ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου.
Καταλάβαινα πράγματα που πρώτη φορά τα έβλεπα, και κυρίως πρώτη φορά τα ένιωθα.

Αυτή η εμπειρία, οπωσδήποτε με στιγμάτισε.
Άλλαξε τη ζωή της οικογένειας του φίλου μου, αλλά και εμένα την ίδια.

Κατάλαβα καλά τη φράση που λέει πως «ότι δίνεις, είναι για πάντα δικό σου». Ειδικεύτηκα στην πρόληψη των εξαρτήσεων από ψυχότροπες ουσίες, βρέθηκα να είμαι στο εκπαιδευτικό προσωπικό της κοινότητας στροφής και μετά να κάνω πρακτική στην κοινότητα Παρέμβαση αλλά και στο 18 Άνω.

Για πολλά χρόνια, εντρυφούσα, πάνω στο θέμα, έκανα έξτρα σεμινάρια. Διάβαζα βιβλία πήγαινα σε ομιλίες.

Έπρεπε να περάσουν όμως πολλά χρόνια από τότε, για να καταλάβω στο ίδιο το πετσί μου, πόσο πολύ με αφορούσε όχι έμμεσα αυτή η ιστορία αλλά εντελώς άμεσα.

Όταν βρέθηκα να θέλω, ως εκπαιδευόμενη Σύμβουλος, και αφού είχα σπουδάσει ψυχολογία, να αλλάξω δικές μου συμπεριφορές ή τρόπους που αντιδρούσα σε διάφορες καταστάσεις, επειδή καταλάβαινα ότι η αυτοματοποιημένη γνώση, με έκανε να αντιδρώ με τρόπους που επαναλαμβάνονταν με συγκεκριμένα αποτελέσματα στις σχέσεις μου κυρίως με τους άλλους, που δεν μου άρεσαν…

Έβλεπα καθαρά και βαθιά πια, τι είναι η εξάρτηση.

Και πόσο αυτό αφορά όλους μας.

Γιατί, εξάρτηση δεν είναι μόνο η ηρωίνη, όπως έλεγαν από τότε, αλλά η ηρωίνη σκοτώνει. Τότε, όμως, το καταλάβαινα αλλά και δεν το καταλάβαινα.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια καταλαβαίνω πια: Πόσο δύσκολο είναι να απεξαρτηθείς από έναν τρόπο ζωής. Μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά. Κυρίως να απεξαρτηθείς από την αυτοματοποιημένη γνώση που έχεις μάθει από παιδί. Για παράδειγμα, πώς όταν σε πληγώνουν εσύ θυμώνεις. Ή όταν σε πληγώνουν εσύ κλαις. Και δεν ξέρεις να διαχειριστείς τα συναισθήματά σου και είτε τα απωθείς, είτε τα αφήνεις να αποφασίζουν αυτά για σένα και όχι εσύ γι αυτά.

Όσοι είναι οι άνθρωποι τόσες και οι επαναλαμβανόμενες αυτοματοποιημένες γνώσεις που τους κάνουν να αντιδρούν ανάλογα σε κάθε κατάσταση. Πρώτα να αντιδρούν, και μετά να σκέφτονται!

Αυτοματοποιημένες γνώσεις που έχουν γίνει ένα με τη ζωή τους, από τους ρόλους που πήραν μέσα στην οικογένειά τους, και ποτέ δεν διαφοροποιήθηκαν, από τον τρόπο κυρίως που έμαθαν να σχετίζονται όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό.

Σήμερα περπατώ στο δρόμο, και διακρίνω παντού ανθρώπους που είναι εξαρτημένοι.

Που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από οποιοδήποτε πρεζάκι. Ο καθένας με άλλη εξάρτηση.

Κυρίως, συνεχίζω να βλέπω παιδιά μέσα σε οικογένειες, που παίρνουν το πρόβλημα της συγκεκριμένης οικογένειας στην πλάτη τους, για να το… φωνάξουν με αφορμή ένα σύμπτωμα, όπως είναι η χρήση οποιασδήποτε ψυχότροπης ουσίας.

Οι στατιστικές, λένε, πως όταν ένα παιδί τελειώσει τη θεραπεία του, βγει από μία π.χ. κοινότητα και περάσει στην επανένταξη, βρει δουλειά και ζήσει μόνο του, τότε, συνήθως αναδύεται το πραγματικό πρόβλημα της οικογένειας, που μέχρι τότε αυτό το παιδί ουσιαστικά καταδείκνυε μόνο το σύμπτωμά της.

Ως μέρος του οικογενειακού συστήματος, προσπαθούσε να το βοηθήσει για να ισορροπήσει, παίρνοντας πάνω του το πρόβλημά της, φωνάζοντάς το, για να κινητοποιήσει την οικογένεια να αλλάξει.
Μάλιστα, συνήθως, τα δυνατότερα μέλη μιας οικογένειας, φορτώνονται αυτόν τον ρόλο, του ταυτοποιημένου ασθενή, του προβληματικού ατόμου, του αποδιοπομπαίου τράγου.

Έτσι, μετά τη θεραπεία τους, οι γονείς μπορεί να χωρίσουν, κάποιος μπορεί να πάθει καρκίνο κλπ., αναδύεται, με λίγα λόγια, το πραγματικό οικογενειακό πρόβλημα (που συνήθως αφορά τις επικοινωνίες και τον τρόπο που λειτουργεί το οικογενειακό σύστημα), ή συνεχίζεται να επαναλαμβάνεται ένα σύμπτωμα, αν η οικογένεια, δεν έχει αλλάξει μετά από την τραγική –τις περισσότερες φορές- εμπειρία ενός παιδιού της.

Το τρομερό είναι, ότι μετά από τόσα χρόνια, που στην Ελλάδα υπάρχουν, πλέον, τόσοι σοβαροί ειδικοί για τη χρήση ναρκωτικών, την θεραπεία, την πρόληψη και την επανένταξη, βλέπουμε, ότι οι αντιδράσεις των οικογενειών, και των κοινωνιών είναι ίδιες.

Στην αρχή δεν βλέπουν το πρόβλημα, μετά τα βάζουν με τους εμπόρους και την αστυνομία που είναι ανίκανοι…, όπως ακριβώς και οι γονείς του Νίκου, μαίνονταν τον πρώτο καιρό για την αναπηρία της.. .καταστολής του προβλήματος.

Μετά, όμως, σιγά σιγά καταλαβαίνουν ότι η καταστολή είναι ένα μέρος του κοινωνικού προβλήματος και όχι η λύση της.

Κατόπιν, στην καλύτερη περίπτωση, διαισθάνονται ότι το πρόβλημα του παιδιού τους αφορά όλη την οικογένεια, και πηγαίνουν σε ειδικούς, σκύβουν μέσα τους, σκύβουν γύρω τους, αρχίζουν να ξανααισθάνονται τον κόσμο, να καταλαβαίνουν. Κυρίως ο καθένας τον εαυτό του. Και ασχολούμενοι με τη θεραπεία ενός μέλους μιας οικογένειας, θεραπεύουν μέσω της θεραπείας του, συνήθως και τους εαυτούς τους, και το οικογενειακό σύστημα. Τις επικοινωνίες του κυρίως. Όσο μπορεί ο καθένας και όσο μπορεί η κάθε οικογένεια.

Φυσικά, δεν πάει να πει, ότι μέσα από αυτές τις διαδικασίες όλοι φτάνουν σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, με τον ίδιο τρόπο ή στον ίδιο χρόνο.
Αντίθετα. Πολλές φορές χάνονται ζωές, υπάρχουν θύματα. Χάνονται περιουσίες και ξεκληρίζονται οικογένειες ή και τραυματίζονται ανεπανόρθωτα τα πρόσωπα.

Δεν είναι τίποτα και για κανέναν το ίδιο.

Όμως, δυστυχώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, πρέπει το παιδί τους να μπει φυλακή για να δει η οικογένειά του μετά από καιρό, ότι πρόκειται μόνο για ένα σύμπτωμα και όχι για το ίδιο το πρόβλημα.

Για ένα σύμπτωμα που τους ταρακουνάει συθέμελα και τους προκαλεί να αλλάξουν όλοι.

Δεν το κάνουν όλοι. Ίσως δεν ξέρουν. Και το χειρότερο δεν ρωτάνε. Προτιμούν να μιλήσουν σε έναν φίλο ή σε έναν ψυχίατρο στην καλύτερη περίπτωση, παρά να απευθυνθούν σε έναν ειδικό που έχει αφιερώσει τη ζωή του, στο θέμα της εξάρτησης.


Αυτό το ευτράπελο γεγονός, συμβαίνει με κοινωνικά προβλήματα και ψυχολογικά. Ενώ για το σώμα μας όταν νοσήσει, ξέρουμε που θα απευθυνθούμε, για την ψυχή μας, και την ψυχή της οικογένειάς μας ή ακόμα και της κοινωνίας μας δεν ξέρουμε…
Το να ασχοληθεί κάποιος με την ψυχή του, είναι ταμπού ακόμα και στον 21ο αιώνα.

Η κοινωνία και οι άνθρωποί της, προτιμούν συνήθως την ΚΑΤΑΣΤΟΛΗ σαν λύση για κάθε πρόβλημα, παρά την επίλυσή του, όπως και την πρόληψή του. Στην καλύτερη περίπτωση, θέλουν ένα χάπι που θα εξαφανίσει ως δια μαγείας κάθε πρόβλημα! Όπως ακριβώς, δηλαδή, λειτουργούν και οι ψυχότροπες ουσίες!

Καταστολή. Και η ίδια η λέξη θυμίζει ναρκωτικά.

Μήπως, λοιπόν, ακόμα και σήμερα, όλη η κοινωνία σε αυτά τα θέματα, είναι σε… καταστολή αυτογνωσίας;

Και μήπως όλη η κοινωνία πρέπει να απεξαρτηθεί από τον κατασταλτικό… αυτό τρόπο που αντιμετωπίζει θέματα συμπεριφορών, θέματα ψυχολογικά, θέματα κοινωνικά;

Ώστε σιγά σιγά, να μάθει να παίρνει την ευθύνη, και να καταλαβαίνει ότι κάθε πρόβλημα γύρω της αλλά και μέσα της, την αφορά άμεσα, γιατί είναι μέλος του συστήματός που ανήκει και η ίδια;

Και να καταλάβει, ότι είμαστε σχεδόν όλοι με κάποιο τρόπο πρεζάκια;

Και ότι, απλά, δεν χρειάζεται πολλές φορές να το δούμε ή να ασχοληθούμε, γιατί… καθαρίζουν άλλοι για πάρτι μας;

Και ότι συνήθως, αυτοί που καθαρίζουν, είναι τα ίδια τα παιδιά μας;


Τελειώνοντας, λοιπόν, να θυμίσω και πάλι τα παρακάτω:

Για εξαρτήσεις παντός είδους (επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές με ανεπιθύμητα αποτελέσματα), απευθυνθείτε σε ανάλογους ειδικούς.

Μην περιμένετε να αναλάβει η… καταστολή, γιατί τότε το σύμπτωμα, ήδη, έχει προφανώς γιγαντωθεί, και πλέον έχει γίνει μεγάλο πρόβλημα για το ίδιο το άτομο που το κουβαλάει…
λες και ανακαλύψαμε σήμερα την Αμερική…

Κ.Π.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου