Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Προς ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ για την ενέργεια



Υπάρχει μια γενική συναίνεση τόσο αριστερά όσο και δεξιά του πολιτικού φάσματος ότι βρισκόμαστε στη μέση μιας νέας και μακροπρόθεσμης ενεργειακής κρίσης - είτε λόγω του λεγόμενου peak oil είτε λόγω κλιματικής αλλαγής. Φυσικά, η ίδια η έννοια της κρίσης νοηματοδοτείται διαφορετικά από το κάθε πολιτικό μπλοκ, τόσο ως προς το ποιοι θα επωμιστούν τα βάρη αυτής όσο και ως προς το ποια είναι η πορεία εξόδου (ή μη) και προς όφελος ποιων κοινωνικών τάξεων. Ο τρόπος με τον οποίο το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα θα εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια πρόκειται να αλληλοδιαπλεχθεί με τους διαφορετικούς τρόπους αντιμετώπισης της καπιταλιστικής κρίσης και εν μέσω μιας σειράς από αβεβαιότητες: Η περαιτέρω εμβάθυνση της οικονομικής, χρηματοπιστωτικής και πολιτικής κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο, πιθανή διάσπαση της Ευρωζώνης/Ευρωπαϊκής Ένωσης, νέο κύμα πτωχεύσεων τραπεζικών ιδρυμάτων και αντίστοιχα πολιτικά γεγονότα. Ο πόλεμος ενάντια στο Ιράν με τις άγνωστες συνέπειες στην παγκόσμια αλλά και περιφερειακή παραγωγή και αγορά πετρελαίου. Η επέκταση της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης» στις πετρελαιοπαραγωγές χώρες της Μ. Ανατολής (τί πρόκειται να κάνουν οι εργαζόμενοι στον πετρελαϊκό τομέα στη Σ. Αραβία;). Οι προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ - πιθανή επάνοδος των αρνητών της κλιματικής αλλαγής στην εξουσία; Και όλα αυτά ενώ ο αγώνας μαίνεται ως προς το αν η χρήση της ενέργειας έχει στόχο την ικανοποίηση ανθρωπίνων αναγκών ή το ιδιωτικό κέρδος.
Η βίαιη εισαγωγή στο ενεργειακό σύστημα βιομηχανικών ΑΠΕ και η ανεξέλεγκτη χωροθέτηση τους χωρίς τη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και χωρίς καμία μέριμνα για την περιβαλλοντική προστασία δεν θα πρέπει να νοείται ως η εύκολη «πράσινη» λύση
Σε αυτό το πλαίσιο αλλά και με δεδομένο ότι στην Ελλάδα στο όνομα της δημοσιονομικής εξυγίανσης ο τομέας της ενέργειας μαζί με άλλους κομβικούς τομείς της οικονομικής δραστηριότητας προσφέρεται αφιλοκερδώς στο ιδιωτικό κεφάλαιο, ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται να θέσει τις προτάσεις, τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις του για το ενεργειακό ζήτημα. Θέσεις που πρέπει να πηγάζουν από ένα αριστερό πρόγραμμα ρήξης και ανατροπής, ένα πρόγραμμα που προτάσσει τις ανάγκες των κοινωνικών στρωμάτων που πλήττονται και τις υπερασπίζεται. Θέσεις που στον δημόσιο «αναπτυξιακό» διάλογο δεν αυτονομούν το ενεργειακό ζήτημα αλλά το δένουν με τις κοινωνικές ανάγκες και την οικολογική προβληματική. Λαμβάνοντας αυτά υπόψη, θέλουμε να θέσουμε μερικούς άξονες σκέψης και γόνιμου προβληματισμού:
Πριν απ’ όλα δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η πρόσβαση στην ενέργεια είναι ένα κοινό, δημόσιο αγαθό και ως τέτοιο πρέπει να το υπερασπιζόμαστε. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις ταξικές του διαστάσεις και να θέτει συνεχώς στο προσκήνιο την ανάγκη για απρόσκοπτη πρόσβαση στην ενέργεια από όλους και ταυτόχρονα ενίσχυση προς τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα που αυτό το δικαίωμα (μέσω ιδιωτικοποίησης, μέσω τιμολογιακής πολιτικής κ.λπ.) τους στερείται. Παράλληλα ο ενεργειακός τομέας δεν μπορεί παρά να νοείται ως κομβικό πεδίο του κοινωνικού-οικολογικού μετασχηματισμού που απαιτείται σήμερα για την αντιμετώπιση των πολλαπλών όψεων της κρίσης, μιας κρίσης οικονομικής, οικολογικής, πολιτικής και εξόχως κοινωνικής πλέον στην Ελλάδα. Συνεπώς, δεν πρέπει να δεχθούμε την αποκλειστικότητα ή έστω τη μονομέρεια προς τεχνικές λύσεις, σε ένα ζήτημα με πολλαπλές πολιτικές, κοινωνικές και οικολογικές διαστάσεις.
Πυρήνας των θέσεων μας θα πρέπει να είναι η εθνικοποίηση και επαναφορά υπό δημόσιο-κοινωνικό έλεγχο των πηγών ενέργειας, υποδομών και υπηρεσιών που έχουν βιαίως ιδιωτικοποιηθεί (ή σχεδιάζεται να ιδιωτικοποιηθούν) κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης επίθεσης με τη μορφή fast-track επενδύσεων. Η υπεράσπιση του δημόσιου, κοινωνικού και κοινωφελούς χαρακτήρα της ΔΕΗ πρέπει και μπορεί να είναι στην πολιτική μας καθημερινότητα. Παράλληλα να θέτουμε τον δημόσιο-κοινωνικό έλεγχό της προκειμένου να αποτραπούν και απόπειρες αναβίωσης ενός κρατισμού από το παρελθόν. Κοινωνικός έλεγχος με συμμετοχή τοπικών κοινωνιών, φορέων πολιτών, συνδικάτων, θεσμών τοπικής αυτοδιοίκησης και άλλων σχημάτων δημόσιας διαβούλευσης. Η συνδιαμόρφωση και διαβούλευση κρίσιμων ζητημάτων και θέσεων με τα κινήματα που δραστηριοποιούνται στον ενεργειακό τομέα καθώς και με φορείς εργαζομένων-συνδικάτα από εμπλεκόμενους παραγωγικούς κλάδους, είναι απολύτως κρίσιμη. Η βίαιη εισαγωγή στο ενεργειακό σύστημα βιομηχανικών ΑΠΕ και η ανεξέλεγκτη χωροθέτηση τους χωρίς τη διαβούλευση με τις τοπικές κοινωνίες και χωρίς καμία μέριμνα για την περιβαλλοντική προστασία δεν θα πρέπει να νοείται ως η εύκολη «πράσινη» λύση. Τα πάμπολλα κινήματα ανά την επικράτεια σε αυτό το πεδίο μας το υπενθυμίζουν. Αντίθετα, νέες μορφές ιδιοκτησίας (συνεταιρισμοί, κολεκτίβες, μορφές ιδιοκτησίας γύρω από την τοπική αυτοδιοίκηση, εταιρείες λαϊκής βάσης) που ενισχύουν τον ενεργό ρόλο των κατοίκων κάθε περιοχής, θα πρέπει να ενισχυθούν.
Ο ενεργειακός σχεδιασμός θα πρέπει να γίνει, επιτέλους, σε μακροχρόνια βάση και με κυρίαρχο στόχο την σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και τον περιορισμό της κατανάλωσης. Η προσπάθεια εκμετάλλευσης «νέων» λιγνιτικών κοιτασμάτων ή η επαναφορά απαρχαιωμένων λύσεων (βλ. λιθάνθρακας) ως απάντηση στο ενεργειακό πρόβλημα εγείρει πολλά ερωτήματα και η Αριστερά δεν θα πρέπει να την βλέπει ως αξιόπιστη λύση. Η Αριστερά πρέπει και μπορεί να θέτει το ζήτημα της ριζικής διαφοροποίησης του ενεργειακού μοντέλου με έμφαση στη διείσδυση των ΑΠΕ, την ενίσχυση των μικρών αυτοπαραγωγών (στο πλαίσιο πάντα ενός συνολικού σχεδιασμού), την αποκεντρωμένη παραγωγή και την ενεργειακή εξοικονόμηση. Την ίδια στιγμή, πρέπει να συμβάλουμε στην ενίσχυση εκπαιδευτικών θεσμών, την αξιοποίηση των υπαρχόντων δημόσιων πανεπιστημιακών και τεχνικών ιδρυμάτων προς έρευνα σε αυτούς τους τομείς.
Όλα τα παραπάνω θα είναι κενό γράμμα, αν ξεχάσουμε και δεν στηρίξουμε τους αγώνες που αναδύονται συνεχώς στον ενεργειακό τομέα γύρω από τη γη, την εργασία, την ιδιοκτησία, την τιμή και την πρόσβαση, την επιλογή τεχνολογίας. Οι βασικές γραμμές του αγώνα είναι ανάμεσα σε κρατικούς σχηματισμούς, ανάμεσα σε εταιρείες, ανάμεσα σε τομείς και βέβαια ανάμεσα σε τάξεις. Παρ’ όλα αυτά, όσο το βασικό αυτό μέσο παραγωγής και οι αποφάσεις που αφορούν στην παραγωγή παραμένουν στα χέρια ιδιωτικών μονοπωλίων, και όσο η παραγωγή έχει ως στόχο το κέρδος και την «παγκόσμια αγορά», δεν είναι καν πιθανό να παρθούν οποιεσδήποτε συλλογικές ή δημοκρατικές αποφάσεις για το μέλλον της παραγωγής. Αυτό καθιστά σχεδόν αδύνατη κάθε συζήτηση που να έχει νόημα καθώς και να γίνουν σημαντικές επεμβάσεις γύρω από την ενεργειακή μετάβαση. Επομένως υπάρχει μια άμεση ανάγκη να προχωρήσουμε σε ένα συλλογικό, δημοκρατικό και αποεμπορευματικοποιημένο έλεγχο της παραγωγής στο κέντρο των αγώνων που ζούμε σήμερα κυρίως στον ενεργειακό τομέα αλλά και στους άλλους ενεργοβόρους τομείς της παραγωγής. Είναι και για αυτούς τους λόγους που ο αγώνας για την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα της ΔΕΗ μαζί με τους εργαζόμενους έχει έναν ιδιαίτερα στρατηγικό χαρακτήρα στο σημερινό πλαίσιο αγώνων εντός Ελλάδας.
Υπάρχει λοιπόν άμεση ανάγκη να φτιάξουμε τις οργανωτικές και υλικές δομές που θα μας δώσουν τη δυνατότητα να διεξάγουμε τους σημαντικούς αγώνες που έχουμε μπροστά μας καθώς και να διατηρήσουμε αυτούς τους αγώνες. Η διαδικασία αυτή χρειάζεται τόσο φαντασία όσο και σχεδιασμό. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μια θεμελιωδώς πολιτική διάσταση σε αυτή τη διαδικασία της ενεργειακής κρίσης. Είναι επίσης εμφανές ότι η διαδικασία αυτή έχει ξεκινήσει στην Ευρώπη και ο πρώτος σταθμός είναι η Ελλάδα. Ο κόσμος των κινημάτων γύρω από την ενέργεια μαζί με τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ έχουν ένα ιστορικό καθήκον να επιτελέσουν, δίνοντας ένα παράδειγμα σε όλους τους Ευρωπαίους εργαζόμενους.
Γιάννης Μάργαρης (Πανεπιστημιακός, θεματική περιβάλλοντος ΣΥΡΙΖΑ)
Γιώργος Βελεγράκης (Υποψ. διδάκτορας, θεματική περιβάλλοντος ΣΥΡΙΖΑ)
Αριστοτέλης Τύμπας (Πανεπιστημιακός, θεματική περιβάλλοντος ΣΥΡΙΖΑ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου